Interview with Jay Glass Dubs

Με αφορμή την προβολή της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας κινουμένων σχεδίων "Οι Περιπέτειες του πρίγκηπα Αχμέντ" στα πλαίσια του 7ου Athens Open Air Film Festival, μιλήσαμε με τον Jay Glass Dubs για την ταινία, την dub μουσική αλλά και τα μελλοντικά του σχέδια.

Interview with Jay Glass Dubs / interviews

2 months ago
by

Την προσεχή Τετάρτη 5 Ιουλίου μία πολύ ενδιαφέρουσα προβολή θα λάβει χώρα στην Αθήνα στα πλαίσια του 7ου Athens Open Air Film Festival. Οι “Περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ” (Die Abenteuer des Prinzen Achmed, 1926) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινίας κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του κινηματογράφου, που γυρίστηκε από το 1923 έως το 1926 στο Πότσνταμ της Γερμανίας, από την πρωτοπόρο σκηνοθέτιδα Λότε Ρέινεντζερ. Οι Larry Gus και Jay Glass Dubs θα αναλάβουν να ”ντύσουν” live μουσικά την ταινία σε μία βραδιά που θα μετατρέψει την Πλατεία Κοτζιά σε θερινό σινεμά.

O Jay Glass Dubs, κατά κόσμον Δημήτρης Παπαδάτος, είναι συνθέτης, μουσικός και ηχητικός καλλιτέχνης με έδρα την Αθήνα. Ο πειραματισμός του σε διάφορες ηχητικές “περιοχές” ξεκίνησε το 2002 και έκτοτε έχει εντρυφήσει σε ηχητικές συντεταγμένες που καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα, από την pop στην music-concrete, το post-grime και την dub. Αυτή την περίοδο ασχολείται ενεργά με τρία projects: Jay Glass Dubs, KU και The Hydra. Ακολουθεί η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε.

 

Γενικά νομίζω πως η μουσική του Jay Glass Dubs είναι αρκετά ‘γυμνή’. Συγκεκριμένα, περιγράφεις τον ήχο σου σαν μία άσκηση που εστιάζει στην αντι-πραγματολογική ιστορική προσέγγιση της Dub. Εγώ από αυτό καταλαβαίνω ότι η προσέγγιση σου στην dub είναι να την απογυμνώνεις από τα διάφορα εξωγενή στοιχεία που έχουν προστεθεί κατά καιρούς, κυρίως λόγω της παγκοσμιοποίησης του είδους με σκοπό να ανακαλύψεις και πάλι μέσα από την δική σου ματιά την πηγή της. Θες να μας πεις λίγα πράγματα για το πως αυτή η οπτική επηρεάζει τον ήχο του Jay Glass Dubs?

Η εξήγηση σου είναι πολύ σωστή. Στην ουσία απλώς ακολουθώ την βασική μεθοδολογία της dub μουσικής με σκοπό να αναδιαπραγματευτώ ηχητικά τις περιοχές που την καθορίζουν. Η απογύμνωση των επιμέρους βασικών στοιχείων της που προκύπτει μέσα από αυτήν ακριβώς την αντι-πραγματολογική ιστορική προσέγγιση, αποτελούν στην ουσία ένα νοηματικό περιορισμό που θέτω κατά την διάρκεια της κατασκευής ενός κομματιού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτό τον περιορισμό δεν σκοπεύω να τον ανατρέπω συνεχώς. Ένα πολύ βασικό στοιχείο που προσπαθώ να διατηρώ αναλλοίωτο είναι η επιμονή μου στο να χτίζω τα κομμάτια σε παραδοσιακές dub ¾ ρυθμολογίες. Από ‘κει και πέρα υπάρχει το άπειρο των επιλογών σχετικά με την διαμόρφωση του ήχου σε κάθε κομμάτι. Προσπαθώ να βρω την ουσία της dub σε φαινομενικά εντελώς άσχετες πηγές. Από samples πωγωνίσιων πολυφωνικών μέχρι ένα dub-out του Gussie και από την φωνή μου αλλοιωμένη μέχρι ένα patch στο modular system μου. Και άλλα πολλά φυσικά.

Πρόσφατα κυκλοφόρησες το εξαιρετικό Ganja (σαν KU) στην Inner Ear αλλά έχω την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε περισσότερο dub και experimental μονοπάτια τον τελευταίο καιρό (έχεις πει άλλωστε ότι τα κομμάτια του Ganja είχαν γραφτεί αρκετά παλιότερα). Τον τελευταίο 1-1μιση χρόνο έχουμε δει κυκλοφορίες σου σε Bokeh Versions, Seagrave, Tapeworm και περιμένουμε την κυκλοφορία στην Blackest Ever Black. Τι σου προσφέρει η dub σαν μουσικό είδος και πως αποφάσισες να ασχοληθείς μαζί της?

Πριν από την κυκλοφορία στην BEB υπάρχουν τρεις ακόμα, μία κασσέττα στην anomia, ένα 2 LP έκπληξη στο τέλος του καλοκαιριού σε ένα από τα αγαπημένα μου labels και ακολουθεί ότι πιο σημαντικό έχω κάνει μ’αυτό το project έως τώρα, μια συνεργασία με μία από τους  μουσικούς μου ήρωες που θα κυκλοφορήσει από την Bokeh Versions τον Οκτώβρη. Δεν θεωρώ πως ασχολούμαι με τη dub σαν μουσικό είδος, αλλά περισσότερο σαν μεθοδολογία όπως σου είπα και πριν. Mε ενδιαφέρει η πειραματική φύση της, το γεγονός πως σαν είδος γεννήθηκε μέσα από ένα λάθος, οι συσχετισμοί που ανακαλύπτω με την avant garde μουσική και η απόλυτη ελευθερία του groove που επιτρέπει.

Δεν μπορώ φυσικά να μπω στο μυαλό σου αλλά πιστεύω ότι είναι λίγο χαώδες το να γράφεις μουσική κάτω από 3 διαφορετικά monikers, τα οποία παράλληλα είναι αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους. Έχω την εντύπωση ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να μεταμορφωθείς με σκοπό να μεταμορφωθεί η μουσική σου και να εκφράζει τον δικό σου κόσμο εκείνη την χρονική περίοδο. Υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής? Είναι ανάγκη που πηγάζει από πειραματισμό το να γράφεις μουσική μέσω τριών  διαφορετικών projects?

Δεν είναι τόσο χαώδες όσο ακούγεται. Ή τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό τα όρια είναι ξεκάθαρα. H εντύπωση σου είναι πολύ σωστή σχετικά με την μεταμόρφωση ανά περίπτωση, αλλά και αυτό δεν ισχύει ακριβώς. Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα από που πηγάζει αυτή η ανάγκη γιατί, για να είμαι ειλικρινής, η κάθε εξωτερίκευση συμβαίνει πολύ οργανικά και με έναν τρόπο ταυτόχρονα.

Μπορεί δηλαδή να δουλεύω σε ένα track για τον Jay Glass Dubs και μια ιδέα να έχει καλύτερη εφαρμογή στο The Hydra και τούμπαλιν. Ο KU είναι μια σχετικά διαφορετική περίπτωση που υπαγορεύει ένα πολύ συγκεκριμένο modus operandi, χρειάζεται μουσικούς, ένα πλήρως επανδρωμένο studio και είναι πολύ ανοιχτό σε παρεμβάσεις, πειραματισμούς και προτάσεις από τους εκάστοτε συμμετέχοντες. Και τα τρία projects είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση, απλά υπάγονται σε διαφορετικές συνθήκες. Αυτός είναι και ο κοινός παρανομαστής τους.

Listen
Jay Glass Dubs - New Teeth For An Old Country [2016, Bokeh Versions]

Νομίζω ότι το σπίτι του Jay Glass Dubs είναι η Bokeh Versions, ένα label που πολλοί στην Ελλάδα δεν γνωρίζουν. Η Bokeh είναι ένα από αυτά τα labels, όπως η Jahtari και η Boomarm Nation, που εξερευνούν πολλές εκδοχές του dub ήχου, ενώ παράλληλα δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα και προϋποθέσεις  για να σχηματιστούν αντίστοιχες συνεργασίες διατηρώντας μία φιλοσοφία κοινότητας. Ισχύει όντως αυτό για την Bokeh και, βασικά, πως προέκυψε αυτή η συνεργασία?

Κατ’ αρχάς ο Miles Opland που είναι ο ιθύνων νους πίσω από την Bokeh και ξεκίνησε με μια μηνιαία εκπομπή στον NTS Radio, είναι πλέον ένας από τους καλύτερους μου φίλους. Έχει βοηθήσει όπως κανένας άλλος στην εξέλιξη του project και ο JGD με την Bokeh Versions προχωρούν μαζί με πολλούς τρόπους.

Με προσέγγισε μετά την κυκλοφορία της πρώτης κασσέττας στην γαλλική Hylé Tapes και μου πρότεινε να δουλέψω σε ένα ιδιαίτερο project με screwed down dancehall. Το Glacial Dancehall που ήταν η πρώτη μας δουλειά, είχε πολύ ικανοποιητική απήχηση και οδήγησε στη δεύτερη κυκλοφορία μας, το New Teeth For An Old Country που στην ουσία πήγε και το project και το label κάποια βήματα παραπάνω.

Πλέον η ανάμειξη μου στο label όσον αφορά τεχνικές λεπτομέρειες και αισθητική κατεύθυνση είναι πολύ μεγαλύτερη και οπωσδήποτε το θεωρώ το φυσικό σπίτι του Jay Glass Dubs. Η αίσθηση της κοινότητας που αναφέρεις πολύ πετυχημένα, είναι αρκετά έντονη και συμβαίνει απολύτως φυσικά. Για να σου δώσω ένα καλό παράδειγμα του τι εννοώ, αυτήν την στιγμή είναι σχεδόν έτοιμη μια συνεργασία της Bokeh Versions με την Duppy Gun Productions των Sun Araw /Μ Geddes Gengras με riddims δικά μου, του Seeekersinternational και άλλων από το Bokeh crew και φωνητικά Τζαμαϊκανών toasters, όπως ο Spliftan και ο I Jahbar, ηχογραφημένα στο studio που τα παιδιά της DGP έχτισαν στην Τζαμάικα για να το χρησιμοποιούν μουσικοί και vocalists εκεί, που προηγουμένως δεν είχαν καμία ευκαιρία να ακούσουν την μουσική τους ηχογραφημένη.

Ζεις και κατοικείς στην Αθήνα, αλλά παράλληλα ταξιδεύεις αρκετά. Τι σε κρατάει στην Αθήνα και πως βρίσκεις έμπνευση από την ζωή σ’ αυτήν?

Έχω μια σχέση αγάπης – μίσους με την Αθήνα. Είναι ένα αρκετά όμορφο μέρος να ζεις και να δουλεύεις, φτάνει να μην περιορίζεσαι στα τοπικά σύνορα. Είναι βέβαια πανάκριβη για αυτό που προσφέρει σε καθημερινό επίπεδο και είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσεις με μια δουλειά σαν την δική μου, που τα χρήματα έρχονται πάντα αποσπασματικά.

Για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα να μην χρειάζεται να ταξιδεύω πάντα για να παίξω, να υπήρχαν δηλαδή οι υποδομές που θα μπορούσαν να στηρίξουν καλύτερες αμοιβές, ο κόσμος που θα ενδιαφέρεται για τον ήχο μου ή εν γένει ένα σύστημα που θα μπορούσε να δουλέψει προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά δυστυχώς εκτός ελαχίστων περιπτώσεων οι σκηνές και τα events στην πόλη είναι πάντα πρωτοβουλίες λίγων, κατά συνέπεια είναι ‘’καταδικασμένα’’ να ενδύονται αενάως με μια DIY φόρμα. Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι, από την μία ενδυναμώνει την κοινότητα και τις σχέσεις μεταξύ των μουσικών τρόπον τινά, αλλά από την άλλη καθιστά την ενασχόληση με την μουσική στην Ελλάδα ουσιαστικά μη βιώσιμη.

Και για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης σου, δεν πιστεύω πραγματικά στην έμπνευση, ή τουλάχιστον δεν την συνδέω επ’ ουδενί με τοπομορφίες. Πιο πολύ με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Και ακόμα περισσότερο οι δικοί μου άνθρωποι. Αυτό που με κρατάει στην Αθήνα είναι η σχεδόν παιδική μου αφέλεια πως κάτι θα αλλάξει.

Αφορμή γι’ αυτήν την συνέντευξη στάθηκε η προβολή ενός σπουδαίου animation την προσεχή Τετάρτη 5 Ιουλίου, Οι περιπέτειες του Πρίγκηπα Αχμέντ της Λότε Ρέινιγκερ. Μία προβολή την οποία θα συνοδέψεις μουσικά μαζί με τον Larry Gus. Φαντάζομαι ότι θα έχεις παρακολουθήσει το εν λόγω animation αρκετές φορές για να αποφασίσεις να το “ντύσεις” μουσικά. Μίλησε μας λίγο για την δική σου προσωπική εμπειρία από την ταινία?

Όταν με κάλεσε ο Παναγιώτης ( Larry Gus) να συμμετέχω στο project ενθουσιάστηκα γιατί έχω μια παράδοξη σχέση με αυτήν την ταινία. Την έχω δει αρκετές φορές στο παρελθόν, αλλά στο μυαλό μου έχει χαραχθεί μια πολύ συγκεκριμένη εμπειρία. Ήμουν το πολύ 6 ετών στο σπίτι των παππούδων και του θείου μου που εκτελούσε χρέη baby sitter για μένα και την αδερφή μου κάποιο απόγευμα. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και για κάποιο λόγο έπαιζε την συγκεκριμένη ταινία. Κάποια στιγμή έστρεψα το βλέμμα μου στην οθόνη (γιατί πιθανώς είχα βαρεθεί τα playmobil μου) και είδα την σκηνή όπου το Τζίνι πετάει πάνω από την πόλη ή κάτι τέτοιο. Τρόμαξα πάρα πολύ με τις γκροτέσκες φιγούρες και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά.  Όταν μετά από πολλά χρόνια ξαναείδα την ταινία ένιωσα το πιο περίεργο déjà vu της ζωής μου. Είναι ανατριχιαστική η δύναμη της μνήμης και γι’ αυτόν τον λόγο έχω επιλέξει να μην ξεχνώ ποτέ τίποτα (στα όρια του ανθρωπίνως δυνατού πάντα).

Γενικότερα νομίζω ότι τέτοιες πρωτοβουλίες από μουσικούς σπανίζουν λίγο στην  Ελλάδα. Πως ακριβώς προέκυψε η ιδέα και τι έχουμε να περιμένουμε από εσάς την Τετάρτη?

Δεν γνωρίζω αν σπανίζουν ακριβώς τέτοιες πρωτοβουλίες. Είναι η δεύτερη φορά που κάνω κάτι παρόμοιο, η πρώτη ήταν η επένδυση στην ταινία Lot In Sodom πριν μερικά χρόνια, με την παλιά μου φίλη και συνεργάτιδά μου στο σχήμα SUKU, Γεωργία Σαγρή, στα πλαίσια του In Mute Festival που διοργανώνει ο Μιχάλης Μοσχούτης στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Έχω δηλαδή μια σχετική εμπειρία με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί.

Δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά αυτό που θα παρουσιάσουμε με τον Παναγιώτη οπωσδήποτε θα είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από τις δουλειές και των δυο μας. Υπάρχει μια χημεία μεταξύ μας λόγω των πολλών ετών φιλίας η οποία μπορεί να μεταφραστεί σε διάφορες πρακτικές.

Την Τετάρτη, η ηχητική συνοδεία στο animation θα είναι μια αρκετά ήπια, οπωσδήποτε αυτοσχεδιαστική και σε κάθε περίπτωση περιπετειώδης και για τους δύο ανάπτυξη κάποιων ηχητικών θεμάτων, με αναφορές στην avant garde των Gruppo Improvvisazione Nuova Consonanza, στην ατονική μουσική, στους modular πολυ-ρυθμούς και στους φωνητικούς πειραματισμούς, χωρίς να σημαίνει πως θα απουσιάζει η μελωδία. Μπορεί και τίποτα από όλα αυτά βέβαια και να παίξουμε το πανκ το αληθινό που λέει κι ο Μελίδης :P.

Το καλοκαίρι γενικότερα νομίζω δεν είναι και πολύ παραγωγική περίοδος. Ποια είναι τα πλάνα σου για το φετινό καλοκαίρι. Θα κάνεις live, θα γράφεις μουσική ή θα βρίσκεσαι σε κάποια παραλία?

Έχω αποφασίσει να κάνω μια σχετική αγρανάπαυση για τους επόμενους 2 μήνες μιας και όλος ο χρόνος ήταν αρκετά έντονος από όλες τις πλευρές. Το ιδανικό για μένα θα ήταν να περάσω όλο τον Αύγουστο στο σπίτι μου στην Ζάκυνθο με την σύντροφο μου και το σκυλί μας, χωρίς ίντερνετ και άγχος. Δεν έχω κλεισμένο κάποιο live μέχρι τον Σεπτέμβρη, εκτός κι αν προκύψει κάτι που θα είναι πολύ δελεαστικό. Προμηνύεται μια πολύ busy περίοδος μέχρι τις αρχές του 2018 και ένα διάλειμμα είναι εντελώς απαραίτητο.

Ποια είναι η προσέγγισή σου στα live του Jay Glass Dubs. Προσαρμόζεις τις εμφανίσεις σου με βάση τον χώρο και το κοινό μπροστά στο οποίο εμφανίζεσαι?

Ναι οπωσδήποτε, η φύση του ήχου μου, μου επιτρέπει να προσαρμόζω την πρακτική μου  σε διάφορες ηχητικές συνθήκες, από ένα μικρό gig space μέχρι ένα club situation. Υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι σχετικά απαραίτητα, όπως η τετραφωνία, χωρίς όμως να σημαίνει πως η απουσία της διαφοροποιεί τον ήχο μου. Προτιμώ να εκπλήσσω τον εαυτό μου και το κοινό που παρακολουθεί, παρά να ακολουθώ κάποιου είδους νόρμα που υπαγορεύει πως κάτι πρέπει να ακούγεται με συγκεκριμένο τρόπο, απλά και μόνο γιατί οι αποδέκτες του περιμένουν κάτι συγκεκριμένο.

Για παράδειγμα, πέρυσι έπαιξα σε ένα setting αρκετά ξένο με τον ήχο μου, ένα μεγάλο φεστιβάλ reggae/dub/roots μουσικής στο Παρίσι, ακριβώς μετά τον Panda Dub και είχε πολύ ενδιαφέρον να παίζω με τις διαθέσεις ενός κοινού που πριν από λίγη ώρα χόρευε με τα καλογυαλισμένα versions και τις phat γαλλικές μπασσογραμμές του Panda, βάζοντας τους ξαφνικά σε ένα μυστηριώδες και λαβυρινθώδες πιθανώς και άβολο setting. Κάποιοι ακολούθησαν, κάποιοι όχι, ένας τύπος είχε σηκώσει ένα χαρτί που έγραφε ‘’SVP faire de la musique pour mon film’’ άλλοι  μου πετούσαν joints στο stage. Τουλάχιστον ο Roger Robinson και ο Disrupt ήταν μπροστά και χόρευαν και για μένα αυτό ήταν και θα είναι αρκετό.

Θα ήθελα να μου αναφέρεις ενδεικτικά μερικά από τα labels και τους καλλιτέχνες που έχεις ξεχωρίσει μέσα στο 2017.

Η Berceuse Heroique σε κάθε κυκλοφορία γίνεται και διαστημικά καλύτερη, τα τελευταία releases των Don’t DJ, Mei Tahat, Loud E και Ossia στο label, καθώς και όσα επιλέγει για την θυγατρική της Ancient Monarchy είναι future classics, επίσης ο τελευταίος δίσκος των Second Woman στην Spectrum Spools, το αριστούργημα του Cybe στην Stroom, ο Mars 89 που κυκλοφόρησε μόλις από την Bokeh Versions, τα τελευταία Coby Sey και Lanark Artefax στην Whities το Black Origami της Jlin, τα επερχόμενα των Pessimist και Jabu στην Blackest Ever Black, το Dust της Laurel Halo, προσκυνώ με δέος ό,τι κάνουν τα crews της TLC Fam και της Principe, οι αγαπημένοι μου O$VMV$M και όλο το Idle Hands crew, το καινούριο ακυκλοφόρητο του Χρίστου Χονδρόπουλου που ακούω non stop, μια σειρά ηχογραφήσεων του Larry Gus που θα βγουν στο φως σε λίγο καιρό, oι FlokosΗ , dednewb, +ime94 και D02GTH που είναι πιθανώς ό,τι πιο αξιόλογο στην Ελλάδα αυτήν την στιγμή και άλλα πολλά.

Πως σου φαίνεται η dub σκηνή στην Ελλάδα? Θεωρείς ότι εκπροσωπείται το είδος κατά ένα μεγάλο βαθμό από τους διάφορους μουσικούς που υπάρχουν?

To σημαντικότερo dub duo που έδρασε ποτέ στην χώρα δυστυχώς δεν υπάρχει πλέον. RIP Paranga Soundsystem.

Θα ήθελες να μας πεις μερικά πράγματα για τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείς?

Χρησιμοποιώ ένα υβριδικό σύνολο hardware και software, το οποίο κατά περίπτωση αυξάνεται ή μειώνεται στο stage. Modular systems, drum machines, synthesizers, turntables, μικρόφωνα, αντικείμενα, Ableton Live, Max Msp και άλλα πολλά σε άπειρους συνδυασμούς. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γιατί δεν είμαι gear freak πλέον. Προτιμώ να χρησιμοποιώ εξοπλισμό που δεν είναι πολύ δημοφιλής στους dub παραγωγούς, γιατί ο αντικειμενικός μου σκοπός είναι να έχω έναν ήχο που είναι πραγματικά δικός μου, προσωπικός και ιδιοσυγκρασιακός μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια. Ευελπιστώ μέχρι τώρα να τα καταφέρνω.

Οι Περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ (Die Abenteuer des Prinzen Achmed, 1926)

Οι Περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ (Die Abenteuer des Prinzen Achmed, 1926)

Τετάρτη 5 Ιουλίου | 21:30 | Πλατεία Κοτζιά, Αθήνα | Είσοδος Ελεύθερη
Σκηνοθεσία: Λότε Ρέινιγκερ | Διάρκεια: 81′
Live μουσική συνοδεία του Larry Gus with Jay Glass Dubs

“Ο διαβολικός μάγος Μπανού ξεγελά τον Πρίγκιπα Αχμέντ και τον στέλνει σε μία επικίνδυνη αποστολή. Με το ιπτάμενο άλογό του ο Αχμέντ θα βρεθεί σε ένα απομακρυσμένο νησί που κατοικείται από δαιμόνια και εκεί θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει δράκους και πνεύματα για να σώσει την όμορφη Πριγκίπισσα Περιμπανού. Έχοντας σύμμαχο τον Αλαντίν και το μαγικό λυχνάρι του, θα επιστρέψει με σκοπό να εκδικηθεί τον πανούργο μάγο. Βασισμένη σε ιστορίες από τις Χίλιες και μία Νύχτες, η ταινία της πρωτοπόρου Λότε Ράινιγκερ αποτελεί και μία εμβληματική, ξεχωριστή στιγμή για την 7η τέχνη, μιας και οι Περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ θεωρούνται το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του κινηματογράφου. Ευρηματική, κομψή και εμπνευσμένη, η ταινία που έκανε τον Ζαν Ρενουάρ να δηλώσει πως «…η Ράινγκερ γεννήθηκε με μαγικά χέρια», αντλεί στοιχεία από την αρχαία παράδοση του θεάτρου σκιών και περιγράφει μέσα από τη χάρη των κινούμενων σιλουέτων της μία ιστορία για την αιώνια πάλη του καλού και του κακού. Πάνω από ογδόντα χρόνια οι γοητευτικές Περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ αποτελούν ένα ντελικάτο υπόδειγμα τεχνικής και φαντασίας και ένα από τα σπουδαιότερα animation που έγινε ποτέ.”

Η προβολή πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Goethe Institut, σε συνδιοργάνωση με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού & Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) και είναι προσβάσιμη σε ΑμεΑ. Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το πρόγραμμα του 7ου Athens Open Air Film Festival εδώ.

*Οι φωτογραφίες του Jay Glass Dubs είναι της Πηνελόπης Γερασίμου.